H Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου 1916-1923 μέσα από την διήγηση του Έλληνα Ευαγγελικού Γ.Ν.Προυσαέα.

 

G.-Prousaeas

Σύμφωνα με το καταστατικό του ΟΗΕ, η χρήση της διατύπωσης “Συνθήκες Γενοκτονίας” έχει να κάνει κυρίως με την ύπαρξη σχεδίου πίσω από τα γεγονότα, έχει να κάνει με προσχεδιασμένες κινήσεις που αποσκοπούν στην καταστροφή, εξολοκλήρου ή εν μέρη, μιας εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας και όχι με τα αποτελέσματα αυτά καθεαυτά.

Έτσι, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την βιογραφία του Έλληνα Ευαγγελικού, του Γεωργίου Ν. Προυσαέα (1869-1962), απόφοιτο του Κολεγίου Ανατόλια της Μερτζιφούντας του Πόντου, που ρίχνει φως σε αυτήν ακριβώς την πτυχή, του προσχεδιασμένου εγκλήματος.

Ιούνιος λοιπόν του 1921, και οι Έλληνες της Σαμψούντας διατάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και στοιχίζονται σε πορείες μαζικού εκτοπισμού, με άγνωστο γι’ αυτούς τελικό προορισμό. Οι μεγάλες αυτές ομάδες μετακινούμενων αμάχων, γίνονταν στόχος. Και είτε καλυμμένα είτε απροκάλυπτα, εξοντώνονταν. Η διήγηση έχει ως εξής :

…Τα τραγικά γεγονότα της πρώτης αποστολής, σαν έγιναν γνωστά στην πόλη, έφεραν μεγάλη αναστάτωση και ξεσηκωμό στους Έλληνες. Το σήμα που πήρε ο Διοικητής της Σαμψούντας μετά την εξόντωση της πρώτης αποστολής, τον διέταζε, χωρίς καμία αναβολή να συνεχίσει την εξορία των Ελλήνων, πριν προλάβει ο λαός να μάθει λεπτομέρειες απ’ τα τραγικά γεγονότα στο Καβάκ.

Ο Γ.Ν Προυσαεύς, σαν πληροφορήθηκε κι αυτός όλα όσα έπαθε η πρώτη αποστολή και ότι θα ακολουθούσαν κι άλλες, μαζί με το φίλο του Θεόδωρο Παναγιωτίδη πήγαν στον Πασά και τον ρώτησαν αν θα εξορίζονταν κι οι Ευαγγελικοί.

Ο Πασάς τους είπε: Πηγαίνετε στα σπίτια σας κι αν θα υπάρξει τέτοια περίπτωση θα ειδοποιηθείτε.

Είναι αλήθεια πως η εξορία τον Γ.Ν.Προυσαέα τον φόβιζε. Είχε την εντύπωση πως δε θα άντεχε στις κακουχίες της, γιατί ήταν και μεγάλος στην ηλικία (51 χρονών) και αδύνατης σωματικής κράσης. Την περίπτωση να τον σκοτώσουν, πριν προλάβει να περάσει από κακουχίες, δε την σκεφτόταν επειδή δεν είχε υποπτευθεί ακόμα τα εξοντωτικά σχέδια των Τουρκων.

Για να έχει μια πιο συγκεκριμένη απάντηση ο Γεώργιος, μαζί με τον Κ.Κακουλίδη πήγαν στο Διευθυντή της Εθνικής Άμυνας.

Όταν τον συνάντησαν τους ρώτησε:

-Ποιας εθνικότητας είστε;

-Έλληνες, του απάντησαν.

-Θα εξοριστείτε, τους είπε.

Ήταν Σάββατο. Την άλλη μέρα, 6 Ιουνίου 1921, ημέρα Κυριακή συνελήφθησαν και οι τρεις.

Η τρίτη αυτή αποστολή εξορίστων ήταν η πλουσιότερη απ’ τις άλλες δυο που προηγήθηκαν κι από όσες άλλες θα ακολουθούσαν. Πλουσιότερη, όχι μόνο από πλευράς αριθμού -ήταν περίπου 2000- αλλά κι από πλευράς κοινωνικής τάξης. Ήταν το άνθος της κοινωνίας της Σαμψούντας: Υπάλληλοι της Αμερικανικής Περίθαλψης, της Αμερικανικής Εταιρείας Καπνών, της Εταιρίας Ροζί, Καταστηματάρχες και Βιοτέχνες, τους οποίους η Κυβέρνηση μάζεψε απ’ τα σπίτια τους, τα γραφεία και τα καταστήματά τους. Ανάμεσά τους ήταν κι Γεώργιος Ν. Προυσαεύς με τους δυο συντρόφους του, τον Θ. Παναγιωτίδη και τον Κ. Κακουλίδη.

Ξημέρωνε Δευτέρα, όταν η ατέλειωτη ουρά των 2000 περίπου εξορίστων ετοιμαζόταν να ξεκινήσει προς το εσωτερικό της Τουρκίας σε άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν πως απ’ αυτό το πλήθος θα γλίτωναν μόνο 150 και πως οι υπόλοιποι θ’ άφηναν τα κορμιά τους λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη.

Πριν ξεκινήσουν, ο αρχηγός της χωροφυλακής Δζεμάλ Βέης διέταξε όλους να καταθέσουν τα χρήματά τους σ’αυτόν, για να τους τα επιστρέψει καθώς έλεγε, όταν θα γύριζαν απ’ την Αμάσια, όπου τώρα τους πήγαιναν και πρόσθεσε:

-Αν στο δρόμο συμβεί καμιά συμπλοκή ανάμεσα στους φρουρούς σας χωροφύλακες και στους Έλληνες ληστές που θα συναντήσουμε, από τη γραμμή σας να μη βγείτε, αλλά όλοι να ξαπλώσετε χάμω. Γιατί οι φρουροί σας έχουν διαταχτεί να σκοτώνουν όποιον αντιληφθούν να βγαίνει απ’ τη γραμμή του.

Με τα λόγια αυτά όμως πρόδιδε το σχέδιο επίθεσης που είχαν καταστρώσει για την εξόντωσή τους. Γιατί όλοι ήξεραν πως δεν υπήρχαν μεταξύ Σαμψούντας και Αμάσιας Έλληνες ληστές μα ούτε και αντάρτες.

Πριν ξεκινήσουν, ο Γ.Ν.Προυσαέας κάλεσε τους δύο αδελφούς εν Χριστώ, για να προσευχηθούν κι οι τρεις τους στον ουράνιο Πατέρα τους.

Αφού με βαθιά ευγνωμοσύνη τον ευχαρίστησαν για την μεγάλη τιμή που τους έκανε να τους συμπεριλάβει στη σωτηρία που πραγματοποίησε με τη θυσία του Υιού Του Ιησού Χριστού, πάνω στο Σταυρό, ζήτησαν να τους φυλάξει κι απ’ αυτούς τους κακούς ανθρώπους, που τους είχαν κάτω απ’ την εξουσία τους και να τους ελευθερώσει, αν ήταν το θέλημά Του, απ΄το Σατανικό εξοντωτικό τους σχέδιο. Όταν τέλειωσαν την προσευχή, τους συμβούλεψε να μην απομακρύνονται ο ένα απ’ τον άλλο και να βρίσκονται πάντα στη μέση της φάλαγγας παρακολουθώντας τις κινήσεις των Τούρκων.

Σχεδόν είχε πια ξημερώσει καλά όταν τους έβγαλαν έξω απ’ τη Σαμψούντα με τη συνοδεία ισχυρής στρατιωτικής φρουράς. Κατά μήκος του δρόμου, σε απόσταση 100 μέτρων, ήταν τοποθετημένοι σκοποί, και πίσω απ’ αυτούς ήταν κρυμμένοι 30 χωροφύλακες.

Καθώς η φάλαγγα προχωρούσε και πλησίαζε το σκοπό, οι κρυμμένοι χωροφύλακες ενωνόντουσαν με την ισχυρή στρατιωτική φρουρά.

ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ

Όταν μετά από τέσσερις ώρες έφτασαν στον τόπο της εκτέλεσης, ή όπως την ονόμασαν οι εξόριστοι, «κοιλάδα του θανάτου», στο Τζουμπούς η φρουρά είχε φτάσει περίπου στους 800 ενόπλους.

Κάθησαν εκεί μια ώρα για να ξεκουραστούν και να φάνε κάτι. Λίγη ώρα μετά το φαγητό, ανάμεσα στους φρουρούς σημειώθηκε μια κίνηση, σκόρπισαν με γρηγοράδα, περικύκλωσαν τη φάλαγγα, έπιασαν τα πλάγια των γύρω υψωμάτων και οχυρώθηκαν πίσω από βράχους, πέτρες και χαντάκια, σα να βρίσκονταν σε κατάσταση πολέμου.

Σε λίγο ακούστηκε ένας πυροβολισμός, που τον έριξε ένας στρατιώτης. Ήταν το σύνθημα της επίθεσης. Αμέσως μετά τον πυροβολισμό, άρχισε μια άγρια επίθεση απ’ τους οχυρωμένους φρουρούς, ενάντια στους άοπλους και απροστάτευτους αυτούς ανθρώπους. Οι σφαίρες έπεφταν πάνω τους σα χαλάζι χωρίς να ξέρουν από πού. Το θέαμα ήταν τρομερό. Στην αρχή επικρατούσε νεκρική σιγή μεταξύ των εξορίστων και ακούγονταν μόνο οι πυροβολισμοί και τα σφυρίγματα απ’ τις σφαίρες. Ο θάνατος φτερούγιζε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και γύρω τους σαν αρπακτικό γεράκι.

Κάποια στιγμή όμως όλοι κατελήφθησαν από πανικό και κανένας πια δεν σκεφτόταν τίποτα παρά μόνο πώς να γλιτώσει τη ζωή του. Άλλοι έτρεχαν εδώ κι άλλοι εκεί, χωρίς να ξέρουν πώς μπορούσαν να κρυφτούν και καθώς έτρεχαν αλαφιασμένοι, έπεφταν νεκροί απ’ τις σφαίρες. Στα πρόσωπά τους ήταν ζωγραφισμένος ο τρόμος και η αγωνία κι η σκηνή έμοιαζε σαν την μέρα της Δεύτερης Παρουσίας του Υιού του Θεού, όταν θα κατέβει για να κρίνει όλο τον κόσμο.

Ο Γ.Ν. Προυσαεύς, δεν αιφνιδιάστηκε, γιατί κάτι τέτοιο το περίμενε. Την ώρα που ξετυλιγόταν η τραγωδία αυτή της ανθρωποσφαγής, ο Γεώργιος με τον Θ. Παναγιωτίδη βρίσκονταν σ’ένα ύψωμα και προσπαθούσαν να δουν αν υπήρχαν πουθενά ληστές ή αντάρτες, όπως είχε πει ο αρχιαστυνόμος. Δεν είδαν όμως κανέναν. Αυτοί που πυροβολούσαν και τους σκότωναν ήταν οι Τούρκοι φρουροί τους. Σαν βεβαιώθηκε γι’ αυτό, κύλισε απ’ το ύψωμα με το φίλο του στο χαντάκι που ήταν δίπλα στο δρόμο για να μην τους χτυπήσουν κι αυτούς οι σφαίρες.

Τον έπιασε φρίκη σαν είδε το πως το χαντάκι ήταν γεμάτο από σκοτωμένους, πληγωμένους και ζωντανούς. Και αναγκαστικά χώθηκε κι αυτός ανάμεσά τους, αλλά ήταν γεμάτο ώστε του ήταν αδύνατο να κρύψει το σώμα του που ήταν τελείως εκτεθειμένο στα πυρά των Τούρκων φρουρών. Οι σφαίρες διασταυρώνονταν στο κεφάλι του, άλλες περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια του, άλλες απ’ τη μύτη και το στόμα του, άλλες σφύριζαν στ’ αυτιά του κι άλλες τσάκιζαν τις πέτρες απέναντί του και τα θρύμματα έπεφταν στο κεφάλι του.

Η φονική αυτή επίθεση ενάντια στις απροστάτευτες αυτές υπάρξεις κράτησε τρεις ώρες. Ο απολογισμός της τρίωρης αυτής σφαγής ήταν 800 νεκροί.

Μετά την παύση του πυρός δόθηκε η διαταγή:

Όλοι όσοι είστε ζωντανοί σηκωθείτε απ’ τις θέσεις σας γιατί ο εχθρός νικήθηκε και έφυγε. Ο κίνδυνος πέρασε και δεν είναι ανάγκη άλλο να πλαγιάζετε στα χαντάκια. Εμπρός να συνεχίσουμε την πορεία μας.

Αμέσως σηκώθηκαν όσοι επέζησαν, γιατί νόμιζαν πως αν απομακρύνονταν απ’ τον τόπο της φωτιάς, όσο μπορούσαν πιο γρήγορα, θα σώζονταν.

Αλοίμονο όμως! Όταν στάθηκαν όρθιοι κι είδαν τους συντρόφους τους να κείτονται χάμω κατά εκατοντάδες και νάναι άλλοι νεκροί και άλλοι τραυματισμένοι, τους έπιασε τρόμος. Σ’ άλλους είχαν σπάσει τα γόνατα, σ’ άλλους είχαν γίνει θρύψαλα τα σαγόνια τους και σ’ άλλους είχαν βγει τα μάτια, γιατί οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν σφαίρες ντουμ-ντουμ.

Άδικα οι τραυματισμένοι κι αυτοί που ψυχορραγούσαν ζητούσαν απ’ τους συντρόφους τους λίγο νερό για να δροσίσουν τη γλώσσα τους που καιγόταν.

Οι Τούρκοι τους το είχαν απαγορεύσει και μάλιστα με ποινή θανάτου, σ’ όποιον θα τολμούσε να τους βοηθήσει. Οι φίλοι έκλαιγαν τους φίλους, οι αδελφοί τ’ αδέλφια, οι πατεράδες τους γιους, και οι γιοι τους πατέρες. Κανένας δεν τολμούσε να τους βοηθήσει ούτε και να τους παρηγορήσει ή ν’ ανταλλάξει δυο λέξεις με το συγγενή του. Όλοι είχαν γίνει αναίσθητοι, απολιθωμένοι σαν πέτρες, κουφοί στα παρακάλια τους και το μόνο που έκαναν ήταν να κλαίνε και μόνο να κλαίνε… …

 

Leave A Comment