Η γιαγιά των ψαράδων

Την γιαγιάκα αυτή την συνάντησα στους Ψαράδες, ένα μικρό κουκλίστικο ψαροχώρι στις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας, γεμάτο από μικρά πέτρινα σπιτάκια, άλλα καταρρέοντα και άλλα αναπαλαιωμένα. Μου εκμυστηρεύτηκε την μοναξιά της. Μου είπε πως τα παλιά τα χρόνια τέτοιες μέρες (Χριστούγεννα ήταν) στα σοκάκια δεν χωρούσες να περάσεις από τον κόσμο, τα όργανα έπαιζαν ολημερίς και ολονυκτίς και τα κεράσματα καταστρέφανε σιλουέτες. Περνούσαν τα παιδιά, περνούσαν τα εγγόνια, περνούσαν τα αδέρφια, τα ανίψια, οι νύφες, οι γαμπροί και γέμιζε η ψυχή γαλήνη και ελπίδα. Να φωτογραφηθεί δεν ήθελε, ντρεπόταν. Της είπα:

-Ναι αλλά τώρα έχετε εμάς.
-Εσείς θα φύγετε και πάλι μόνοι θα μείνουμε.
-Ναι γιαγιάκα μου, μα θάρθουν άλλοι.
-Όσοι και νάρθουν, ερημιά. Στην ψυχή και στον τόπο.

Έφαγα το γριβάδι μου και καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τα βουνά της Αλβανίας κράτησα μέσα μου το παράπονο της γιαγιάκας.
Σκληρό πράγμα η μοναξιά.
Στους Ψαράδες μα και στην πόλη.
Στα σοκάκια και στην ψυχή.
Κι αυτά τα σοκάκια κάπου κάπου γεμίζουν. Η ψυχή όμως…

Comments
No Responses to “Η γιαγιά των ψαράδων”
  1. Η γιαγιά δεν ήθελε να φωτογραφηθεί ..αλλά εσυ την φωτογράφησες.

    Στο έχω ξαναπεί..με το στανιό δεν γίνεται τίποτα.

Leave A Comment