Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου μέσα από τα Προτεσταντικά αρχεία.

Vergoulidou

Διαβάζοντας τον τρίτο τόμο της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, από τους συνολικά έντεκα τόμους του καθ. Κωνσταντίνου Φωτιάδη, συναντήσαμε τη μαρτυρία του Ευαγγελικού Σάββα Κανταρτζή, για γεγονότα που συνέβησαν τον Φεβρουάριο του 1922. Και παλαιότερα είχαμε δημοσιεύσει στο 316.gr, τη μαρτυρία ενός ακόμα Έλληνα Προτεστάντη-Ευαγγελικού, αυτή του Γεωργίου Προυσαέα. Ο λόγος των δημοσιεύσεων είναι ότι τα αρχεία της Ελληνικής Προτεσταντικής κοινότητας από τον Πόντο μαρτυρούν για την Ποντιακή Γενοκτονία, και ίσως θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να παρουσιαστούν με θεματική αυτονομία. Η καταγραφή λοιπόν έχει ως εξής :

…Εκατοντάδες απομνημονεύματα έχουν γραφεί από τους επιζώντες των κολαστηρίων και βρίσκονται σε διάφορα αρχεία, χωρίς τις ενδιαφέρουσες και τραγικές μαρτυρίες των οποίων οι ιστορικοί θ’αντιμετώπιζαν μεγάλα κενά στην έρευνα. Χάρη στον Σάββα Κανταρτζή γνωρίζουμε λεπτομέρειες από την καταστροφή του ελληνικού χωριού Μπεϊαλάν της περιφέρειας Κοτυώρων:

“Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκόπανους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία -αλλιώς, απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν. Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές πρόσταζαν να μαζευτούν όλοι στην πλατεία. Μερικές κοπέλες υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν τρέχοντας οι κοπέλες στα μπογάζια δέχτηκαν από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω. Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν σύνθημα για να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας.

Τίποτα απ’όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει τη σκληρότητα των τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την “πατριωτική” του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χίμηξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία. Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες, άλλες με τους γέρους γονείς κι άλλες με γριές ή αρρώστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς.

Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος της γενοκτονίας. Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροντες μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρος τη δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διέταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει, για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό.

Η απροθυμία που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθάνατων να υπακούσει στη διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα τη μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες. Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες, το απελπισμένο κλάμα κ’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μιας άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κ’ αντιβούηζε στα γύρω βουνά και δάση…

Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμορίτων του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτώματα) για ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δυο σπίτια, έγιναν πυροτεχνήματα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Οι μητέρες ξετρελαμένες, έσφιγγαν, αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη την δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν “μάνα, μανίτσα!”. Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες.

Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους -χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες. Μερικές γυναίκες και κοπέλες, στον πόνο, τη φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμόντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν φριχτό θάνατο στη φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους -πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.

Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάσουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγιάσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κ’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα, Κι’ ακούγοταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια του Μπεϊαλάν”.

Φωτιάδης Κ., Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, τ.3. σ.36-40.
Κανταρτζής Σ. , Νίκη χωρίς ρομφαία, τ.2, Κατερίνη (1975), σ.311-317

Leave A Comment